Ένας άνθρωπος πάει σπίτι του και βλέπει τον παππού του να κάθεται στην μπροστινή βεράντα χωρίς να φοράει τίποτα απ’ τη μέση και κάτω.
«Παππού, τι κάνεις εδώ;» τον ρωτάει εκπληκτος.
Ο γέρος, με τα μάτια καρφωμένα στο άπειρο δεν του μίλησε.
«Παππού, τι κάνεις εδώ, γυμνός απ’ τη μέση και κάτω;» επέμεινε ο εγγονός.
Ο παππούς τον κοίταξε, σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά και είπε αργά:
«Την περασμένη βδομάδα καθόμουνα εδώ, στην ίδια θέση, χωρίς πουκάμισο κι άρπαξα ένα κρύο, που ο σβέρκος μου έγινε σκληρός και άκαμπτος. Ε, αυτό το σημερινό είναι ιδέα της γιαγιάς σου».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ
- Αυτό το όπλο είναι τόσο καλό που μπορείς να δεις από εδώ μέσα στο σπίτι μου που είναι εκεί πάνω στον λόφο.
Ο πελάτης ρίχνει μια ματιά προς το σπίτι με την διόπτρα και αρχίζει να γελάει.
- Που είναι το αστείο;, του λέει ο υπάλληλος.
- Βλέπω ένα γυμνό άνδρα να κυνηγάει μια γυμνή γυναίκα στο σπίτι σου, απαντά ο πελάτης.
Αμέσως ο υπάλληλος βάζει το μάτι του στη διόπτρα και βλέπει τη γυναίκα του γυμνή να κυνηγιέται με ένα γυμνό άνδρα. Έξαλλος γυρίζει στον πελάτη και του λέει:
- Επειδή εγώ δεν ξέρω καλό σημάδι, θα σου δώσω 2 σφαίρες. Τη μια θέλω να την φυτέψεις στο κεφάλι αυτής της ξεφτιλισμένης και την άλλη στο πέος αυτού του αλήτη. Αν το κάνεις αυτό θα σου χαρίσω το όπλο!
- Έγινε, απαντά ο πελάτης.
Βάζει το μάτι του στη διόπτρα και στοχεύει.
Πριν πυροβολήσει σταματά, του επιστρέφει την μια σφαίρα και του λέει:
- Γίνεται και με μία σφαίρα…
Ο ΠΟΜΠΟΣ
- Κυρία, έχω 10.000 δρχ. Αν σου τα δώσω να σου πιάσω λίγο το μπουτάκι;
- Τι πράγματα είναι αυτά που λες Μπόμπο; του λέει.
- Κύρια, να τα κάνω 20.000 δρχ.;
Το σκέφτεται η κύρια και συμφωνεί μαζί του.
Αφού τη χουφτώνει κανονικά της λέει:
- Κυρία, να σου δώσω 30.000 δρχ. να σου πιάσω το βυζάκι;
- Και δεν το πιάνεις; του λέει η κύρια.
- Κυρία, της λέει, να σου δώσω 40.000 δρχ. να βγάλεις έξω τις βυζάρες σου να τις γλύψω;
Συμφωνεί η κύρια και της τα γλύφει.
- Κυρία, μίας και φτάσαμε εδώ να σε πάρω από μπροστά για 100.000 δρχ.;
Δεν το σκέφτεται καθόλου η δασκάλα, κατεβάζει το κυλοτάκι και ο Μπόμπος τη γαμάει. Μετά το γαμήσι της λέει ο Μπόμπος:
- Κυρία, έχω άλλες 110.000 δρχ. Να στα δώσω να σε γαμήσω από πίσω;
- Κοίταξε να δεις, Μπόμπο, του λέει η κύρια, από πίσω είμαι παρθένα.
- Με το γαριδάκι που έχω, κύρια, δεν θα καταλάβετε τίποτα.
Αυτή το σκέφτεται λίγο και συμφωνεί. Αφού τη γαμάει και από πίσω, χαιρετιούνται και ο Μπόμπος φεύγει.
Ενώ έφευγε χαρούμενη η κύρια που είχε μαζέψει τόσα λεφτά, τη συναντάει ο διευθυντής και της λέει:
- Τι γίνεται κύρια Παπαδοπούλου, σας έδωσε ο Μπόμπος τα χρήματα του μισθού σας που του έδωσα να σας φέρει;
Η ΜΟΝΗ ΑΜΑΡΤΙΑ
Ο παπάς που τον εξομολογεί τον ρωτάει:
- Τί αμαρτίες έχεις κάνει;
- Ε, τί αμαρτίες να κάνω, μόνος μου πάνω στο βουνό; Κάθε μέρα χτυπάω και μία μαλακία.
- Α, αυτή είναι μεγάλη αμαρτία! Είναι σαν να σκοτώνεις έναν άνθρωπο κάθε μέρα! Το σπέρμα σου θα μπορούσε να γίνει ένας επιστήμονας, ένας σπουδαίος άνθρωπος!
- Καλά λες, λέει ο βλάχος. Δεν το είχα σκεφτεί αυτό. Θα σταματήσω!
Ο παπάς τον μεταλαμβάνει και ο βλάχος ξανανεβαίνει στο βουνό.
Για κανα μήνα προσπάθησε να κρατηθεί, αλλά στο τέλος δεν άντεξε.
- Θα τραβήξω μία, και ότι γίνει ας γίνει! λέει ο βλάχος.
Τραβάει μία και, λόγω της αποχής, πετάγεται στην άλλη άκρη του δωματίου.
Και λέει ο βλάχος:
- Φτου γαμώτο! Αν ήξερα ότι ήταν πιλότος, θα τον κρατούσα!
Ο ΑΗΣΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ
Ήταν ένας επιχειρηματίας, πάμπλουτος. Κάποια στιγμή, του τυχαίνει μια στραβή και χάνει τα πάντα. Απελπισμένος, πηγαίνει σε μια γέφυρα με σκοπό να βάλει τέρμα στη ζωή του. Εκεί που είναι έτοιμος να πέσει στο κενό, τον αρπάζει ένα χέρι και τον τραβάει. Εκνευρισμένος, κοιτάζει πίσω του και βλέπει ένα γέρο.
- Παιδί μου, λέει ο γέρος. Τι είναι αυτό που πας να κάνεις; Τρελάθηκες;
- Τι θες ρε γέρο; Παράτα μας.
- Παιδί μου, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ο Αϊ-Βασίλης. Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω!
- Ασε με, ρε Αϊ-Βασίλη! Είχα λεφτά, είχα αμάξια, γκόμενες! Τώρα δεν έχω τίποτα.
- Και γι αυτό ανησυχείς; του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, στις 10 το βράδυ, κάτω από αυτή τη γέφυρα θα σε περιμένει μια κόκκινη Ρολς-Ρόις, όλη δική σου.
Χαρά ο επιχειρηματίας:
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, να σε φιλήσω!
Ματς - μουτς, ξαναμελαγχολεί.
- Τι είναι τώρα; ρωτάει ο Αϊ - Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, είχα αμάξι, αλλά είχα και γκόμενες! Πέντε πέντε τις έβγαζα.
- Γι αυτό ανησυχείς; Αύριο, μέσα στη Ρολς-Ρόις θα είναι και έξι γκόμενες, όλες δικές σου.
Τρελαίνετε ο επιχειρηματίας, αγκαλιές, φιλιά κλπ. μα ξαναμελαγχολεί.
- Τι έπαθες πάλι; ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης.
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου. Είχα αμάξι, είχα γκόμενες, αλλά είχα και λεφτά. Τα πετούσα στο δρόμο, τα έδινα δεξιά κι αριστερά. Τώρα είμαι άφραγκος!
- Μην κάνεις έτσι, του λέει ο Αϊ-Βασίλης. Αύριο, μέσα στο αμάξι, η πιο ξανθιά από τις έξι γκόμενες θα κρατάει μια βαλίτσα με 90 τρις, όλα δικά σου!
Πετάει ο επιχειρηματίας!
- Αχ, Αϊ-Βασίλη μου, πώς θα στο ξεπληρώσω!!!
- Να μου πάρεις μια πίπα.
Κόκαλο ο επιχειρηματίας.
- Εντάξει, Αϊ-Βασίλη μου, τόσα έκανες για μένα. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.
Φεύγουν μαζί, πηγαίνουν σε ένα μοτέλ, νοικιάζουν ένα δωμάτιο, μπαίνουν μέσα, τα κατεβάζει ο Αϊ-Βασίλης, ξεκινάει τη δουλειά του ο επιχειρηματίας.
Ενώ γίνεται ότι γίνεται, ρωτάει ο Αϊ-Βασίλης:
- Πώς σε λένε νεαρέ μου;
- Αλέξη, απαντάει εκείνος και συνεχίζει.
- Και τι δουλειά είπαμε ότι κάνεις Αλέξη;
- Επιχειρηματίας, και συνεχίζει.
Μετά από μια παύση, ρωτάει ξανά ο Αϊ-Βασίλης:
- Πόσο χρονών είσαι Αλέξη;
- Τριάντα πέντε.
- Καλά, ρε Αλέξη! Είσαι τριάντα πέντε χρονών και ακόμα πιστεύεις ότι υπάρχει Αϊ-Βασίλης;
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΙΑΣΤΗΚΕ ΚΟΡΟΙΔΟ
SUPERMAN ON FIRE